Όταν το 2010 η Ελλάδα υποχρεωνόταν να απευθυνθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να ξεκινήσει η διαδικασία των «μνημονίων» είχε δείκτη δημοσίου χρέους λίγο υψηλότερο από το 100% του Α.Ε..Π, όπως, επίσης, ελλείμματα τόσο στο δημοσιονομικό πεδίο, όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παράλληλα, είχε δημιουργηθεί μια δυναμική συνέχισης αυτών των δεδομένων και για τα επόμενα (μετά το 2010) χρόνια.
Σήμερα, οι Η.Π.Α. -η ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη- έχουν δείκτη δημόσιου χρέους που κυμαίνεται κοντά στο 130%, την ώρα που δημοσιονομικά της ελλείμματα συνεχίζουν να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και την ώρα που η ίδια χώρα -μέσω δασμών και λοιπών αμφίβολων πολιτικών- επιδιώκει να κλείσει τις πληγές της στο μέτωπο του εμπορικού της ισοζυγίου με τις άλλες χώρες του πλανήτη.
Βέβαια, το βασικό σενάριο είναι πως οι αγορές θα συνεχίζουν να δανείζουν τις Η.Π.Α -έστω και με υψηλό κόστος, καθώς σήμερα η συγκεκριμένη χώρα αντλεί κεφάλαια με μεγαλύτερο επιτόκιο σε σχέση με την Ελλάδα- πλην, όμως, τα προαναφερθέντα στοιχεία αποτελούν ένα ηχηρό καμπανάκι για το επίπεδο δανεισμού της ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου και για τις πιθανές μελλοντικές παρενέργειες που θα μπορούσαν να προκύψουν.
Τα πράγματα στην Ευρώπη δεν είναι πολύ καλύτερα σε ότι αφορά το επίπεδο του δημοσίου χρέους. Όσο και αν ο μέσος όρος των κρατών-μελών της Ευρωζώνης είναι σαφώς χαμηλότερος από τον αντίστοιχο των Η.Π.Α.:
α) Υπάρχουν κράτη με συνδυασμό υψηλών δεικτών χρέους και σημαντικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων (π..χ Ιταλία, Γαλλία και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Ηνωμένο Βασίλειο).
β) Η Ευρώπη ανακοίνωσε το πρόγραμμα ReArm Europe, το οποίο μπορεί να φτάσει έως και τα 800 δισ. ευρώ για αμυντικές δαπάνες, παράλληλα με δυνητικές επενδύσεις σε υποδομές ύψους 500 δισ. ευρώ, με τους διεθνείς Οίκους να εκτιμούν ότι αυτά θα χρηματοδοτηθούν κυρίως από τα επιμέρους κράτη. Ποιο είναι το αποτέλεσμα όλων αυτών; Να εκτιμήσουν οι αγορές πως οι ευρωπαϊκές χώρες ξεχωριστά, ή/και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο, θα βγουν να δανειστούν τεράστια ποσά μέσω ομολόγων (επιδεινώνοντας τους δείκτες χρέους τους) προκειμένου να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες και να χρηματοδοτηθούν νέες επενδύσεις, άρα κατά συνέπεια να εκτοξευθούν οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων (το κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών χωρών), δηλαδή να πέσουν οι τρέχουσες τιμές τους.
Μετά από όλα αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα -με το χειρότερο δείκτη δημοσίου χρέους μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης- δανείζεται σήμερα φτηνότερα από την Ιταλία, με παρόμοιο κόστος με τη Γαλλία και μόλις περίπου ογδόντα μονάδες βάσης (0,8%) πάνω από τη Γερμανία. Άλλωστε, η χώρα μας έχει κλειδωμένο μέσο χαμηλό επιτόκιο δανεισμού έως το έτος 2032 και για φέτος έχει ήδη καλύψει πλήρως τις χρηματοδοτικές της ανάγκες.
Σε κάθε περίπτωση, η Ευρώπη είναι ήδη «βαριά» δανεισμένη και προτίθεται να δανειστεί επιπλέον σημαντικά ποσά, δηλαδή θα δει το μέσο δείκτη του δημοσίου χρέους της να υπερβαίνει σημαντικά το 100% του Α.Ε.Π., όταν τη δεκαετία του 1990 η «συνθήκη του Μάαστριχτ» προέβλεπε τιμές δεικτών που σε καμιά χώρα δεν θα ξεπερνούσε το 60%!
Η «επόμενη μέρα»
Τί μπορεί να σημαίνει, όμως, η συνεχής αύξηση χρέους και στις δύο άκρες του Ατλαντικού;
Σε ότι αφορά την Ευρώπη, η Γηραιά Ήπειρος θα αποκτήσει από τη μια πλευρά την ευκαιρία να αναβαθμίσει την αμυντική της ικανότητα απέναντι σε πιθανούς μελλοντικούς κινδύνους, αλλά και να δημιουργήσει υποδομές (υλικές και άυλες) προκειμένου να τονώσει τη διεθνή της ανταγωνιστικότητα.
Από την άλλη πλευρά, όμως, όλα δείχνουν ότι βαδίζουμε σε μια παγκόσμια οικονομία γεμάτη κινδύνους και αβεβαιότητες και επιπλέον ότι κάθε ρίσκο θα μπορεί να προκαλεί εντονότερες παρενέργειες λόγου του μεγάλου δανεισμού των οικονομιών.
Μια δεύτερη επίπτωση είναι τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις θα κληθούν να ασκήσουν πολύ συνετές δημοσιονομικές πολιτικές περικόπτοντας σημαντικούς πόρους από αυτούς που καταβάλλουν σήμερα σε μια σειρά από τομείς. Η «ελαστικότητα» που θα επιδείξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις δημοσιονομικές πολιτικές των χωρών-μελών δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, καθώς κάτι τέτοιες πρακτικές αφορούν τους τύπους και όχι την ουσία, στην οποία εστιάζουν οι διεθνείς αγορές ομολόγων. Η προσπάθεια «μαζέματος» των δημοσίων δαπανών έρχεται σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή οικονομία λιμνάζει για τέταρτο συνεχόμενο έτος και ο ίδιος ο πρόεδρος των Η.Π.Α. δεν αποκλείει μια περίοδο ύφεσης (πρόσκαιρη λέει…) στο αμερικανικό Α.Ε.Π..
Τέλος, είναι πιθανόν οι εξελίξεις αυτές να οδηγήσουν σε μια μικρότερη υποχώρηση των επιτοκίων των Κεντρικών Τραπεζών από αυτή που προέβλεπαν αρχικά οι αναλυτές, τόσο στην Ευρώπη, όσο κυρίως στις Η.Π.Α..
Το άρθο δημοσιεύτηκε απο: eforologia.gr

